Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2007

Αναζήτηση ή Αφουγκράζομαι

tree-desert.jpg
Αν είχα ρίζες θα ΄μουν δέντρο,
σε ενός αμμόλοφου την θέρμη
τα κέδρινα χέρια μου θα αναζητούσαν
ελαφρόπετρες που θα έξυναν
φλούδια και φλούδια...
θα με άνοιγαν σαν όστρακο ,
αμφίβολο τι θα έβρισκα μέσα.

Σαν τρέχω και σέρνω τις ρίζες
ξωπίσω μου, σε φωτεινά καλοκαίρια
και Αυγούστου απομεσήμερα.
Σε ανηφοριές που βγάζουν
πάντα σε θάλασσα - εκεί ανακάλυψα το λευκό -
και ας λέει ο πατέρας για δασκάλους...
Σαν τρέχω και σέρνω τις ρίζες ξωπίσω μου,
τότε κατάλαβα ότι σκιά δεν είναι...μήτε συκιά
και ας αγαπώ τόσο τα σύκα , και ας αγαπώ τα φύλλα
που με ντύνουν.

Ακουμπώντας σε ξερολιθιές και ορίζοντας τα σημεία
δυο βήματα δεξιά ένα αριστερά, δίνουν παλμό οι
απόκρυφες ερωτικές αφηγήσεις τζιτζικιών ...
αφουγκράζομαι τον λόγο τους .
Φτωχή σε γνώσεις της γης , που να καταλάβω...
Ντάλα ο ήλιος , και η σιωπή φόρεμα κόκκινο .

Ο χρόνος σφυρηλατεί αιώνες κοκάλινους ,
στήνει στήλες ναών τους πόνους.

¶κουσε, το κλαδί προδίδει φόβο ,
η τρικυμία θέλει χρόνο και
οι ρίζες μου χώμα από σώματα .

Έτσι ήταν πάντα , θα θρέψω και εγώ
τις ρίζες σας αύριο.

Οι νοσταλγίες ακροστιχίδες
που ανάποδα τσακίζουν
τα κενά του ύπνου μου .
Ξυπνώ περισφιγμένη από χίλιους
κισσούς και καθώς ανεβαίνω
σε γαλάζιους καμπύλους ουρανούς
ίσα που κόβει σαν λεπίδι η φωνή
το νήμα που με δένει με το ανθρώπινο.

Ανοίγω σαν όστρακο.
Περνώντας το κατώφλι ,
αγνόησε την αράχνη &
άνεμο-χώμα-θάλασσα
δεμένα σε μια ρίζα ως τάμα
θα βρεις μέσα ...

Έτσι ζει το δέντρο


© Copyright ΚΕΣΙΔΟΥ ΕΥΤΥΧΙΑ

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2007

Μνήμη

4311648-md.jpg
Κίτρινα κρίνα.
Αυλόπορτες με νούμερα
της ξενιτιάς ...σκουριά στη
μνήμη.
Ξέθωροι σοβάδες, ωχρή
φωτογραφία μιας σμίξης
σταυρωμένη σε τοίχο, σκουριασμένο
καρφί και ματώνει ...κάποτε.

Χάσκουν τα παράθυρα
μυρωδιά βασιλικού ...
Φυγή ή εγκατάλειψη...κάποτε.

Ένας παππούς μονολογεί,
τραγούδια από χαμένη πατρίδα.
Το κενό του ,μεγαλούργησε
στις ρυτίδες του προσώπου ,
υποψία πολέμων-
φανταστικό κόσμο που του μιλά.
Παππού μη κλαις ...παππού μη κλαις.

Τρύπιο παντελόνι και τραγιάσκα ...
Παίξε παππού την λύρα παίξε ,
να θυμηθώ, η λήθη με νανούρισε ...
κάποτε...

Παίξε , να θυμηθώ , το
τραύμα ζητάει εκδίκηση .
Κίτρινα κρίνα ...
Θα κόψω ένα .
Δακρύζει ο βλαστός ...

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2007

Για την ΑΜΑΛΙΑ ( ωδή )

angel.jpg

Να σε δω παιδί προσπάθησα ...ναι εύκολο ήταν .

Τότε, που μες τα αθώα μάτια σου σχημάτιζες τον

κόσμο, τον κάρφωνες στης φαντασίας τους καμβάδες .

Και έμελλε Αμαλία έμελλε...

Δες μας...

Έπειτα έφηβη με όνειρα χίλια πούλια , να σαλπίζουν

στους ορίζοντες την ελευθέρια της ψυχής με

αλαβάστρινα γράμματα.

Συλλαβές από πόθους και πάθη ,βέλη έρωτος

τα πρώτα στην καρδιά.

Και έμελλε Αμαλία έμελλε...

Δες μας...

Θολή εικόνα ,( ομίχλη και σιγή όπως της πρέπει)

μια ακρογιαλιά , κρατάς μολυβί ,το χαρτί σου κύματα

να γράφεις τους λυγμούς του πάνω κόσμου...

ναι σε είδα , τόλμησα , στις κόρες σου λαμπίριζαν μυριάδες

άστρα του σύμπαντος τα δράματα .

Και έμελλε Αμαλία έμελλε...

Δες μας...

Στο τώρα μου πικραίνομαι ,το άνυδρο ,το ακάματο ,

φτωχό χωρίς εσένα & λογίζομαι τα λόγια

των παλιών , οι καλοί φεύγουν πάντα πρώτοι...

Ρουφώ το δράμα , και ήξερες , το νιώθω, ότι

όλα μοιάζουν λίγα στην αφή στην γεύση τους την μέγα.

Και έφυγες , Αμαλία έφυγες .

Την οδό της ευτυχίας διάλεξες , μα

άφησες εδώ ψυχές χιλιάδες _βλέπεις _ να οραματίζονται

τον κόσμο απ΄ τα μάτια σου&να αντιπαλεύουν τα θεριά

και θα νικήσουμε.

Και έμελλε Αμαλία έμελλε...

Δες μας...

Ψηλά φτερούγισμα ακούω...

Λαμπυρίζων μορφή σε ακολουθώ.

Στον χαμό γελώ, το κέρδισες τους κέρδισες

Στο πένθος δεν θα μπω .

Δεν σου αξίζουν άλλωστε , τα δάκρυα της ήττας .

¶γγελε των αγγέλων!




ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑ

«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του.»

(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)

«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»

(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια κι επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Εκτός από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.


Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.

Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον Ορκο του Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»

(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:

«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας.»

Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

* ΝΑ ΛΗΦΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ

* ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

* ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ

* ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.

* ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ



ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

* ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ
* ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ
* ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ


ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.


Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων

(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι "για την Αμαλία").



ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ

http://giatinamalia-blog.blogspot.com/2007/05/blog-post_5726.html

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2007

Εποχή Μ.X


Κυμβαλίζον αιθέρας κρούει τα κατωθύρια μου,
μήνυμα κρατεί στα δόντια.

Είναι μυστηριωδώς ακράτητα τα α-σύμφωνα μου,
λούτρινα ζωάκια που απλώνουν χάδι.
Κυριολεκτούν τη ζήση με αμπάρες επτασφράγιστες ,
κιτρινισμένα δοκάρια στυλώνουν τις θεωρίες του κόσμου.
Μυριάδες σωματίδια που επαναπροσδιορίζονται μέσα
σε χάχανα και συναναστροφές.
Καταναλώνω την τελευταία ρουφηξιά από ποτήρια
μισογεμάτα, από τσιγάρα μισοκαμένα , από εποχές
μισοτραγουδισμένες.
Σωρεία αμάχητων φίλων σωριάζονται στο στρώμα μου,
τρίζουν και τρίβονται δημιουργώντας ηλεκτρισμό.
Ένα big bang ,αναγέννησης -διαζώσης .
¶γνωστο κύτταρο πορευτεί του ακατονόμαστα Όλου,
πες μου πως απλώνεις τις ιστορίες σου ,παραμυθάκια
σκαλισμένα στους πόρους μου&
Δαχτυλίδι αρραβώνα ... που κόβοντας το δάχτυλο
σε χωρίζω!

Εποχή Μ.Χ

Τρίτη, 24 Απριλίου 2007

Κήπος

l_410724.jpg
Κήπο αναρριχητικών φυτών φαντάζομαι τον κόσμο.
Μυριστικά μπουκέτα, με ολάνθιστους βλαστούς
να απλώνονται αφού σηκώσω βήμα μου.
Χαμογελώ ακατάπαυστα μπροστά σε ψήγματα καθαρής
αύρας που εμφανίζετε τυχαία σε ένα μονοπάτι που διαβαίνω.
Ύστερα χάνετε το ίδιο αναπάντεχα.

Δεν είναι να σε θλίβει η απουσία, στη σημασία της στιγμής αν δώσεις
ένταση- όπως ένα κομμάτι μουσικής αν και τελειώνει- τότε κερδίζεις.
Συλλέγοντας εμπειρίες και σχηματίζοντας την ύπαρξη απ΄ το τυχαίο ,
θα ορίσεις την αλήθεια σου .
Χρόνια πολλά θα πάρει για να βρεις το μυστικό , αν τυχερός σταθείς
ακόμα θα αναπνέεις.

Μαθαίνω από όλους (πράγματα, ύλη ανόργανη και οργανική).
Μαθαίνω&τα βράδια που πέρασαν, στα βράδια τα στατικά ,
αυτά που ρευστότητα έχουν, σαν κατεργαστώ αμάθεια προδίδουν&
οι πράξεις μου τσαλακωμένες κινήσεις νημάτων που οδηγούν σε αδιέξοδα.

Θα φυτέψω ηλίανθους εκεί και ζέρμπερες για χρώμα , ένα μεγάλο γιασεμί για άρωμα,
θα σκαλίσω το χώμα μου, ανανέωση αναπνοής από ουρανούς θα πάρω.

Επίμονη στην φαντασία ενός κόσμου αναρριχόμενου φυτού με φυντάνια ανθρώπων ασχημάτιστων ακόμα που φιλοξενώ στην ύλη μου, ώθηση δίνει στην πεμπτουσία του άϋλου μου . Που αν και βαθύ ,στην σκοτεινιά, θα πάρει ουσίες μυστικά ψιθυρισμένες
απ΄ τα σύμπαντα φεγγαριών που κινούνται ατελεύτητα γύρο από όλους μας

Μυριστικά μπουκέτα ψυχών στο διάβα μας &απλώνοντας το χέρι με σοφία
συλλέγεις τα σωστά για το βάζο της ζωής σου.

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2007

Θεωρώ και απελπίζομαι , απελπίζομαι και ζω…


vangogh18.jpg
Πώς να αφήσω τον καιρό να κυλά έτσι απρόσμενα στην
αλαργινή του διαδρομή.

Θεωρώ και απελπίζομαι , απελπίζομαι και ζω...

Ησυχάζω τα μέσα να αντέξουν στην απλότητα ενός πεύκου της ερημιάς,
μιας θάλασσας ανεξερεύνητης μιας μύχιας σκέψης .
Ένα αεράκι πρωινής αύρας που φυσά τα μαγούλα και διώχνει
τον εαυτό που παίζει κρυφτό με τις κόρες των ματιών_ μια μπρος μια πίσω_.

Έτσι φαντάζομαι το σώμα μαλακή μάζα πόθων και παθών να αφήνετε στα ΄΄χέρια ΄΄
της ψυχής που παρότι δεν την έλκουν αμαρτίες της σαρκός , θα βρεθεί μετά από χρόνια απολιθωμένη σε ελαφρόπετρα ως μαύρο μπατίκ.

Αλάνθαστο το άμωμο στόμα με τις γκριμάτσες γκραβούρα πάνω στο κοστούμι σου.
Μια ντουλάπα που χάσκει χιονοθύελλες και ηλιόλουστους καμβάδες .
Ντύσου...
Εγώ θα κοιτώ... απ΄ την τρύπα
Αυτήν που το κλειδί της ανοίγει τις ψυχές μας , αυτές ναι, που θα βρεθούν κατάχαμα μετά από ανασκαφή.

Και έπειτα στα εργαστήρια κάποιου πειραματικού παραδείσου ,
σε μια εξίσωση δακρύων ,αέρα και ακαθαρσιών, διαιρώντας πόθους και πάθη,
το αποτέλεσμα να δώσει κάποιου είδους θετικής ενεργείας που να αθωώσει
να κύματα κακίας και άδικου που εκπέμψαμε...

Να αφήσω τον καιρό να κυλά έτσι απρόσμενα στην
αλαργινή του διαδρομή.
Και να κοιτώ απ΄ την τρύπα &την αγιο-κύκλωση μας...

Αναθεωρώ και ελπίζω , ελπίζω και ζω ...


© Copyright ΚΕΣΙΔΟΥ ΕΥΤΥΧΙΑ

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2007

Nα κοιμηθώ τον ύπνο του δικαίου

Ψηλαφίζω το αρνητικό αποτύπωμα της ύπαρξης
στο βράχο του σύμπαντος.
Και πάντα στην απεραντοσύνη της αγάπης που
κυλάει κρυφά στις καρδιές καταλήγω. -ας ψεύδεσαι-
Η αφή μου λίγη , όπως οι άλλες μου αισθήσεις&
μα κλείνω τα μάτια( αντιπερισπασμός -ανάγκη)αυτόματα ανοίγουν
τα φτερά, εκείνα που κρεουργήθηκαν βίαια όταν ΄΄Έπεσα ΄΄.
Είναι μόνιμο και ασυγκράτητο το κύμα που γεννιέται απ΄ τα
έσω μου, κι όμως πάντα επιπλέουσα σωρός μελών ξεβράζω στην ακτή.

¶ργησα αγάπη μου , είναι σταγόνες πάνω στα φύλλα ξημέρωμα καθώς.

Μετά φοβάμαι , -το τρισδιάστατο μεγεθυσμένο κάτω απ΄ τις γρίλιες ,
μέσα στις γλάστρες , πέρα απ΄ το ύψωμα &κατακερματισμένο όνειρο
του απραγματοποίητου σπόρου.
Με αφήνει &
Μισοσβησμένη δάδα ή κεράκι λιωμένο από χρόνια στα
μανουάλια κάποιας γοτθικής εκκλησίας ενός κάστρου ιπποτών &
και στους θόλους της ξεχασμένα μισότρελης αγιοσύνης μας .
Προβολέας στο προβλέψιμο του καθημερινού μας αγώνα _όλων μας_.
Και στις φοβίες , εκεί στα μαξιλάρια του ύπνου , που χορούς κεντημένους
στο αύριο μας σεισμογραφούν&την προίκα μας:
Venceremos είπα , πριν στο μαξιλάρι μου ξαπλώσω, την προίκα μου έπιασα ανάλαφρα&
Φιλί στο στόμα , ξανά ξανά ,να κοιμηθώ τον ύπνο του δικαίου.

© Copyright ΚΕΣΙΔΟΥ ΕΥΤΥΧΙΑ

a6314_1276.jpg

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2007

του ερωτά του πρόστυχα σκληρού

DALI-LOVE.jpg
O ερωτά σου πρόστυχα σκληρός,
καίει απόκληρες εικόνες σε ασφάλτινους
δρόμους που οδηγούν στο τέρμα.
Οι συλλαβές σου απ΄ το στόμα κρέμονται,
στάζουν την πίκρα του φυτού πριν γίνει
άνθος.
Έτσι να χωρέσει η νύχτα προσπαθώ,
τεράστια ορθάνοιχτα μάτια. Το κίτρινο της
νικοτίνης αντανακλώντας, προκαλούν ατυχήματα.
Δεν θα θελα να είμαι στον δρόμο τους&.
Στην οργή θυσιάζω σταγόνες αίμα ,να χορτάσει
το αστροπελέκι σύννεφο.
Με ελικοειδείς σχηματισμούς αποφεύγω τα δρώμενα,
εκεί που χωρίζει το τώρα με την ανυπαρξία
επιλέγω το δεύτερο.
Το πιο απλό σε ατέρμονη συζήτηση περιπλέκετε ,και
είμαι απ΄ έξω .
Μη τολμώντας να ανοίξω τα αυτιά μου, θέτω το
δέρμα σε συναγερμό.
Αν ήμουν μηχάνημα θα είχα φάρο, αν ήμουν
επάγγελμα την μοναξιά του φαροφύλακα
θα επέλεγα .
Δεν φταις εσύ&..
Ανεξήγητο τα χρόνια τη μπορούν να φέρουν&
Σε όλες τις κατευθύνσεις ακινητοποιημένες σκηνές&
τις παίζω στα δάχτυλα, σαν χάντρες στο λαιμό τις
κρεμάω. Σε κάθε ευχή καίω και μια.
Ακόμα μιλάς μες τη σιωπή σου, και εγώ τις νυχτιάς
παιδί με ξέφτια αισθήσεων παραγκωνισμένων &
του ερωτά του πρόστυχα σκληρού ανοίγω δρόμους .

© Copyright ΚΕΣΙΔΟΥ ΕΥΤΥΧΙΑ

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2007

σκλήρυνα τα δήθεν μου… και είμαι εντάξει


Κοιτώ έξω από το λερωμένο τζάμι &οικοδομές,
λίγα μπορούν να με πονέσουν πια. Δεν έχουν το σθένος ,
δεν έχω την αδυναμία.
Σκλήρυνα& Σαν το μπαγιάτικο ψωμί που τρώνε μόνο η
φτωχή μουσκεμένο( για την ψυχή σας λέω), για μένα μιλώ.
Έτσι μου πρέπει σε φτωχών αισθημάτων το κατώφλι να
βγω, μουσκεμένη, γιατί χρεώθηκα αμάρτημα βαρύ και
χαμογέλασα (αχαριστίας τέκνο).
Στης αυτογνωσίας μου την έξαρση: αηδιάζω , στη
θέα επαναστατικής¨ δήθεν ¨ιδέας ,πουλημένης
μύριες φορές στους αιώνες , που αναίσχυντα επικαρπώνομαι ..
πολεμώ τους πολέμιους στην ¨δεξιά μου τσέπη¨.
Μπρος στην βρομιάρα αλήθεια , αβοήθητη,
αγωνιώντας μη και μου ξεφύγει βήμα απ΄ τη γραμμή που
χρόνια στέκω&
Βοήθεια &σκλήρυνα , σαν το κρέας που από χρόνια σε υπόγειο
κρέμεται , και σίτεψε. ..και σίτεψα στο υπόγειο του
πατρικού σπιτιού μου ,που σκοτεινά χρόνια σιτάρι και ανθρώπους
έκρυβε. Ακόμα η εικόνα που δεν είδα και δεν έζησα επισκέπτεται
τον ακατέργαστο εφιάλτη ύπνο μου(και τους ακούω να τραγουδάνε,
με φωνές ηλεκτρικές μέσα σε υπόγεια και στοές).Μπαίνει στις λέξεις μου
και ενέδρες σε αθώα ανθρωπάκια στήνει (τα δήθεν μου).
Βοήθεια &.σκλήρυνα&.
Μπρος στον καθρέφτη ,τραβώντας τα μαλλιά μου τρίχα δεν βγαίνει,
χαστουκίζω το πρόσωπο δεν κοκκινίζει, και το βλέμμα το ακίνητα
δύσμοιρο, δάκρυ δεν στάζει&δεν του μείνε λύπη σε κανέναν πια να δώσει.
Αποβλακώνω τα βράδια μου , στην reality ζωή που μου λανσάρουν.
Βοήθεια εκπνέω τα λοίσθια&έτσι δεν κινδυνεύω&
σκλήρυνα τα δήθεν μου& και είμαι εντάξει..

© Copyright ΚΕΣΙΔΟΥ ΕΥΤΥΧΙΑ

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2007

Δεν ξέρω μάτια μου

 

Δεν ξέρω μάτια μου για την εποχή

της ψυχεδέλειας.

Μόνο να σε κοιτώ στα μάτια θέλω.

Πίσω απ τις κλειστές κουρτίνες,

τις κλαρωτές που σιδέρωνα εχθές

με δάκρυα στα μάτια ,για τα πουλάκια

που της έλειπαν, και για τα μισοφαγωμένα

κλαράκια πυρκαγιάς, υποψία ζούγκλας.

Ζούγκλα έξω θα μου πεις, μα δε το βλέπω.

Καρφωμένη στις μαύρες κουκίδες των

ματιών σου, πύλες αρχέγονες και εισχωρώ.

Αναίσχυντη ,γυμνή απ΄ τον καθωσπρεπισμό τους,

σειρήνα με τραγούδι trance χοροπηδάω στις ρίζες

του κορμού σου.

Μη μου λυγίσεις , μη μου σπάσεις, μη καείς,

το βάρος άντεξε της υπάρξεις μου.

Απλώνω στις διακλαδώσεις των σκέψεων,

μπρος σε ένα κουτί _δίπλα να σε ΄χω_.

Απλώνω υγρά-υγρά και σιγανά βήματα που

βούτηξες θυμάσαι στην νηνεμία του

ύπνου μου. Να στεγνώσουν αδημονώ, να

συλλέξω το αλάτι τους να πασπαλίσω τα

καρποφόρα εγώ μου, που με περιβάλουν και

με κλείνουν σε μικρά πολλά τετράγωνα τα μυστικά

του σκοτεινού μου παρελθόντος.

Μη μου θυμώνεις μάτια μου και έτσι είμαι,

γυμνή και αναίσχυντη. Τα χέρια στο σχήμα του

σταυρωτού ζεϊμπέκικου ,λεπτή χλωμή κορμοστασιά,

πύρινο βλέμμα, χοροπηδάω στην άκρη του κορμού

σου ακόμα. Επικαλούμαι άγνωστες θεότητες

με ακατάληπτες λέξεις ,γλώσσα του έρωτα θαρρώ τις

λένε&.δαιμόνια ,τελώνια και άγγελοι τόσο

σφικταγκαλιασμένοι.

Δεν ξέρω μάτια μου για την εποχή της ψυχεδέλειας

απλά τη ζω.

Copyright, ΚΕΣΙΔΟΥ ΕΥΤΥΧΙΑ

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2007

Βουλοκέρι στα αυτιά μας

face girll.jpg


Κατοικώ το απόλυτο σκοτάδι
Τρίβω τις πατούσες στο έδαφος
της εγκατάλειψης και προσμένω
το πρόσφορο της λήθης ...
Δαγκώνω το χείλος με απορία,
ένα χείλος γκρεμού που τα
επίπεδα του παίζουν με τη

φιλοξενία των ανάλογων
προσόντων ψυχών μας.
Το σκότος και το φως πηδούν
την φύση μας , και οριοθετούν
τον πόθο απ΄ τα πάθη μας.
Κυρτώνω τις ευθείες τον άφιλων
Δέντρων που κατοικούν στο διπλανό
στενό στάζουν θλίψη οι μέρες του
μέλλοντος , και άθελα καθώς στύβω
τα μάτια για να δουν ,μελώνω το
παρελθόν να μου φαντάζει ανώδυνο.

Κατοικώ το απόλυτο σκοτάδι , κοιμάμαι

μαζί του τον έρωτα της μοναξιάς
και πάνω στο κρεβάτι του βιασμού μας χα!
Απολαμβάνω...
Έπειτα παίρνω, ξέρετε ,αυτό το ύφος
του τρελού αθώου πουλιού πίσω απ΄ τις
γρίλιες των συρμάτων του ασύρματου μας.
Μιλώ την γλώσσας σας την βγάζω
και σας γλύφω.

Τι κρίμα που της ζωής το μάθημα
φρούδες ελπίδες_ δικές μου _
στο ακατοίκητο κρανίο μας.
Τι κρίμα που το Τίποτα,
παρασιτικός ακόλουθος , (συζητήσεων)
φιλοσοφικών μαλακιών μας.
Συνθλίβω τις λέξης που ορίζουν
προτάσεις , κβαντομηχανικομαθηματικοφιλοσοφικών
αναζητήσεων που ανακαλύφθηκα
v -
εξαφανίστηκαν -επανήλθαν
και στιγματίζουν.
Απλά ζω το απόλυτο σκοτάδι
των κυβερνώντων χρόνων
και αγαπώ τα άφιλα Δέντρα που ουρλιάζουν
δίπλα μας.
Μα ποιος ακούει
Βομβαρδισμός ήχων - εγωισμών του τίποτα
Βουλοκέρι στα αυτιά μας!

© Copyright ΚΕΣΙΔΟΥ ΕΥΤΥΧΙΑ

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2007

Ανησυχίες

SPACE.jpg
Πατάω πάνω από τα πτώματα των φίλων μου ,
και ξενυχτάω ρυτιδιασμένους φόβους .
Αφήνομαι στην οργή των καταστάσεων,
και αγναντεύω ελεύθερους πλανήτες .
Ψάχνω και γύρο και τα μέσα μου, με
ένα φωτάκι κόκκινο σαν πορνείο.
Όλος ο κόσμος κομματιάστηκε στα πόδια μου.
Όλες οι εποχές πεθαίνουν κίτρινες χλωμές νωρίς,
πολύ νωρίς, πριν ζωντανέψουν τα φαντάσματα της
νύχτας ,πριν ματώσει ο χάρτης του μυαλού μου.
Κρύβομαι βαθιά μες΄ την ψυχή ,κρύβομαι από χαρές
που λουλουδίζουν ψεύτικα και ζητάω να αφεθώ στις
λύπες μου κάτι που θα μου δείξει ότι ζω&ότι ΖΩ.
Φοβήθηκα καθώς μια γριά με κοιτούσε στα μάτια,
κάτι θα γύρευε &κάτι από μένα άφησα&- το κλάμα μου
στο πεζοδρόμιο του σύμπαντος - και πέταξα στη σιχασιά
του κόσμου όλου.
Ψέλλισα λέξεις ξεκάρφωτα δικές μου, και έριχνα σκέψεις
καρφιά μες το δωμάτιο ,γυρεύοντας η ίδια να καρφωθώ απ΄
αυτές.
Ξάπλωσα έπειτα και ακούμπησα το μάγουλο στου κόσμου
την κοιλιά ,παίρνοντας μέσα μου την σκληράδα όλων των
πόνων από γέννες αγέννητων παιδιών.
Έψαχνα ,γύρευα ,έσκαβα το χώμα ,ένα σκουλήκι για να
δω τους εαυτούς μας.

© Copyright  ΚΕΣΙΔΟΥ  ΕΥΤΥΧΙΑ

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2007

ΔΕΣ - ΑΚΟΥ

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2007

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ 1979 Nobel Laureate in Literature ...

ELYTHS.jpg

Μακριά από τη λοιμική της πολιτείας, ονειρεύτηκα στο πλάι της μίαν ερημιά, όπου το δάκρυ να μην έχει νόημα και όπου το μόνο φως να' ναι από την πυρά που κατατρώγει όλα μου τα υπάρχοντα" .Ο.Ε

... for his poetry, which, against the background of Greek tradition, depicts with sensuous strength and intellectual clear-sightedness modern man's struggle for freedom and creativeness" Ο δεύτερος βραβευμένος έλληνας ποιητής με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, με το οποίο τιμήθηκε το 1979. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1911 και ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη και της Μαρίας Αλεπουδέλη. Η οικογένεια του που καταγόταν από την Μυτιλήνη εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όταν ο Οδυσσέας Ελύτης ήταν τριών χρόνων. Αποφοίτησε από το Γ΄ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και σε ηλικία 13 ετών άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα του στη «Διάπλαση των Παίδων». Τις καλοκαιρινές του διακοπές τις περνούσε στα νησιά του Αιγαίου κι αυτή θα είναι η πρώτη του επαφή με τη θάλασσα η οποία αργότερα θα πρωταγωνιστούσε στο έργο του. Ξεκίνησε σπουδές στη Νομική τις οποίες όμως δεν ολοκλήρωσε, ενώ λίγο πριν εγκαταλείψει το Πανεπιστήμιο είχε εμφανιστεί επίσημα στα Γράμματα δημοσιεύοντας ποιήματα του στο περιοδικό «Νέα Γράμματα» με το ψευδώνυμο που θα τον έκανε παγκόσμια γνωστό: Ελύτης. Τότε γνωρίζει τον ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟ και συνδέεται μαζί του με μια φιλία δυνατή που θα κρατήσει μέχρι το θάνατο του ποιητή το 1975. Το 1940 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο ποίησης με τίτλο «Προσανατολισμοί». Κατά τη διάρκεια του ελληνοιταλικού πολέμου πολέμησε ως ανθυπολοχαγός στο μέτωπο της Αλβανίας αλλά λόγω τραυματισμού του μεταφέρθηκε στην Αθήνα. ¶ρχισε να γράφει τον «Ήλιο τον Πρώτο» που δημοσιεύτηκε το 1943, ενώ το «¶σμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» συγκεντρώνει όλες τις εμπειρίες του αλβανικού έπους. Μεταπολεμικά διετέλεσε Διευθυντής του Εθνικού Προγράμματος Ραδιοφωνίας από το 1945 έως το 1946 και για ένα χρόνο ακόμη το 1953. Ενδιάμεσα πραγματοποίησε ταξίδια σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Το 1950 στη Γαλλία ξεκινάει να γράφει το «¶ξιον Εστί» το οποίο ολοκληρώνεται και δημοσιεύεται δέκα χρόνια αργότερα το 1960. Την ίδια χρονιά του απονέμεται το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ακολουθούν οι «Μικρές Κυκλάδες», μια σειρά τραγουδιών που έγραψε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στη Νέα Υόρκη που ήταν προσκεκλημένος του Στέιτ Ντιπάρντμεντ. Το 1964 το «¶ξιον Εστί» παρουσιάζεται μελοποιημένο από το Μίκη Θεοδωράκη στο κινηματοθέατρο ΡΕΞ. Από Το 1969 έως το 1971 έζησε στο Παρίσι. Εκείνη την περίοδο Γράφει τον «Ήλιο τον ηλιάτορα», «Τα ρω του έρωτα», «Το μονόγραμμα» και το «Φωτόδεντρο». Τον Οκτώβριο του 1979 η Σουηδική Ακαδημία ανήγγειλε ότι του απονέμει το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Λίγους μήνες αργότερα καταθέτει στο Μουσείο Μπενάκη το χρυσό μετάλλιο, τα διπλώματα και τα διάσημα του βραβείου. Παράλληλα, είχε ανακηρυχθεί διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, της Αθήνας αλλά και Πανεπιστημίων του εξωτερικού, όπως της Σορβόννης και του Λονδίνου.

ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ (1971)

Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο

Ι

Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές

Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος

Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός

Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

II

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική

Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά

Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό

Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο

Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.

III

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω

Να μπαίνω σαν Πανσέληνος

Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια

Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη

Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω

Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές

Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο

Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά

Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά

Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες

Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει

Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει

Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ

Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ

Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά

Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

IV

Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς

Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς

Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς

Μαχαίρι

Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς

Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς

Είμ' εγώ, μ' ακούς

Σ' αγαπώ, μ'ακούς

Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ

Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς

Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς

Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς

Των ανθρώπων

Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει

Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς

Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς

Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες

Των Αγίων

Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς

Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω

Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς

Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς

Της αγάπης

Μια για πάντα το κόψαμε

Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς

Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς

Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας

Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
¶κου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;

Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.

V

Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς

Με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους

Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού

Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου

Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω

Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο

Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει

Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι

Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα

Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι

Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο

Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά

Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά

Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης

Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη

Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή

Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή

Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια

Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική

Που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη

Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ

Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο

Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή

Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση

Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.

VI

Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
της θάλασσας

Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί

Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!

Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί

Πριν από την αγάπη και μαζί

Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι

Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο

Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο

Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο

Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
τον Παράδεισο!

VII

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2007

Η κλεψύδρα μας τελειώνει.

hour glass.jpg

Μετακινούμαι στην άμμο της ζωής μου
γυρνώντας κυκλικά στην ρευστότητα
του χρόνου ενός ξένου Dali.
To φως στα μάτια στέρεψε, μου το
κλέψαν τα πούλια που εξαπολύουν οι μοίρες.
Αυτά τα βαμμένα κόκκινα μαύρα μονότονων
λωρίδων εναλλάξ, με τις φτερούγες αγκαλιές

βατόδεντρου , που πέρασαν και φέτος
απ΄ τον ουρανό μου αποδημώντας και επιθυμώντας
να με ξεχάσουν.
Δεν οφέλη το κλάμα από τα βαθύ της ψυχής που σε
σύρει γονυπετή στη γραμμή του λογικού προκαλώντας
να την περάσεις &όσο και αν σπαράζεις χτυπώντας τις
παλάμες σου στο έδαφος να ανοίξει η γης , δεν θα
ακουμπήσεις το θείο , ούτε απάντηση θα βρεις εκστομίζοντας
απ΄ το αχαλίνωτο πια στόμα σκουριασμένες κατάρες.
Ο πόνος εξάρτηση , εξαγνισμός στα σκαλοπάτια του
σύμπαντος με γλιστερά υγρά δακρύων που σε κατρακυλούν
στον ¶δη&.
&.στην αχανή τοποθεσία του Θεού που πριν το αίμα του στεγνώσει
σε βράχο πάνω , τρεις μέρες δίδαξε&Θυμάσαι;
Μα η ορφάνια με βλέμμα δαίμονα μας έταξε παλάτια _σε καρτέρι_,
και όπως αγέλη με αρχηγό αιμοδιψή, τα βήματα μας στάθηκαν
για πάντα πάνω της .
Έτσι&το αίμα πήκτοσε στις φλέβες, και εγώ νεκροτομόντας
το μυαλό, κομμάτια αναζητώ του παρελθόντας ( μια θυσία)
που θα αθωώσει το μέλλον του είδους μου&.
Μα συμφορά , πόλεμοι σταυροφορίες εξορίες- καταπατήσεις-
πόνος, πόνος, πόνος&και το μίσος σε διαδρομές με επιστροφή
μας φιλά στο στόμα &
Σε κίνηση_ σπασμωδική_ θηράματος μπροστά στο θύτη , βαφτίζομαι
επαναλαμβανόμενες φορές μες΄ τον ιδρώτα του εφιάλτη μου
μουρμουρίζοντας εξορκισμούς κατά του.
Ματαιότητα& το αμάρτημα των Πρώτων , τατουάζ κεράτων του
δαιμονικού στο μέτωπο μας &βγάζω τα νύχια ύαινας
παρθενογεννημένης και αφήνω μόνο κόκαλα &δυο τρύπες να
χάσκουν ελευθερίες παραδεισένιων ουτοπιών.
Η κλεψύδρα μου τελειώνει, στενεύω το κορμό μου να χωρέσει &
γεμίζω το καντήλι απ΄ τον ελαιώνα της προσμονής &
& ένας Φύλακας ¶γγελος που αγωνιεί&
Αναρωτούμε για το Θείο & φοβάμαι&δεν θα το βρω&
Το μίσος να διώξω μου μένει, τελικός στόχος( ο μόνος)&
Ένα άλλοθι να δώσω στις ψυχές μας!

© Copyright  ΚΕΣΙΔΟΥ  ΕΥΤΥΧΙΑ

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2007

Του Θανάτου…(για τον Ανέστη… που έφυγε νωρίς)

angel.jpg

Μου έπιασες το χέρι, το βλέμμα σκοτεινό είχες
ήξερες μα μου δίνες ελπίδες _ πως;
Το σκέφτομαι, δεν ξέρω.
Έξω στον θάλαμο, ιδέες τρέλας σκάνε μαζί με το
δάκρυ μου στο μωσαϊκό.
Τι περιμένω , εδώ να , τι;
Το θάνατο σου;
Ούτε μια ελπίδα , ούτε μια, και
έλεγες για μένα ο Θεός πια ,γνωρίζει Αυτός,
τον πόνο θα μου πάρει μη λυπάσαι.
Δεν κατάλαβα που έβρισκες το κουράγιο να
απλώνεις το χέρι, να χαιρετάς σαν πάντα
συγγενείς και φίλους ¨το στερνό αντίο ¨.
Ξέρω! Πως το ΄ξερες τώρα ξέρω.
Ανέστη 23 Μαγιών αγόρι&τέσσερα
χρόνια βολόδερνες από θάλαμο σε θάλαμο
Όφεμπαχ- Αθήνα- Σαλονίκη (γιατί ;;;)
τον ερωτά σου βίωνες πλατωνικά στα μάτια
νοσοκόμων ( μόνο στη σκέψη , γκρεμίζομαι),
μας το έλεγες.
Σταυρό στο λαιμό καλέ μου έχω ... δικό σου ,
θυμάσαι; Καλοκαιρινό δείλη ήταν όταν μου
το ΄δινες , ένα χρόνο πριν Σαράντα μέρες
θα το φορώ και ύστερα , ίσως ποτέ .
Να σε χαιρετίσω τόλμησα &έξω
από την πόρτα τη λευκή κοκάλωσε το χέρι Θεέ μου
κάτω από τη μάσκα πονάω έλεγες και ήσουν μόνος
να μη σε ακούσουμε, τόσο περήφανος.
Θα κάνω την καρδιά μου πέτρα, το πιο φρικτό χαμόγελο
μου ντύθηκα και σου όρμηξα θα τα πούμε αύριο Ανέστη μου ,
12 το βράδυ σου πα το αντίο στις 5 με αποχαιρέτησες εσύ
Στο σπίτι με τα μάτια στυλωμένα στο κενό , το ακουστικό
κολλημένο στο αφτί δεν άκουγα, μόνο εικόνα δική σου έκτιζα
ντυμένο στα λευκά
Ανέστη μου , θεός δεν ξέρω αν υπάρχει , εσύ καλύτερα το ξέρεις τώρα .
Μα όταν σου ΄ριχνα το χώμα τρεις φορές ,τρεις σκέφτηκα
παράδεισος σου αξίζει

Ανάμεσα στα αναφιλητά μου χτες το βράδυ
_για να πιαστώ από κάπου ,και πριν μαλώσω του θεού, τι
είναι ο άνθρωπος _
ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΗΚΕΣ απ΄ το φθαρτό σου είπα.
ΑΝΤΙΟ

© Copyright  ΚΕΣΙΔΟΥ  ΕΥΤΥΧΙΑ

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2007

Σιμόν ντε Μποβουάρ Συγγραφέας (1908-1986) ΛΩΡΗ ΚΕΖΑ

Σιμόν ντε Μποβουάρ

Είναι άδικο να θυμόμαστε τη Σιμόν ντε Μποβουάρ ως σύντροφο του Ζαν-Πολ Σαρτρ. Δεν υπήρξε απλώς η γυναίκα στο πλευρό ενός διάσημου άνδρα. Είναι άδικο γιατί ­ αν μη τι άλλο ­ συγκαταλέγεται στα πρόσωπα που βελτίωσαν τη θέση της γυναίκας στη δυτική κοινωνία. Ετσι, ακόμη και αν τα κείμενά της φαίνονται σήμερα υπερβολικά, ακόμη και αν ο φεμινισμός αντιμετωπίζεται πλέον καχύποπτα, ακόμη και αν δεν ζήσαμε τη μετάβαση σε μια προοδευτική κοινωνία, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τον ρόλο της. Σε αυτή και σε κάποιες άλλες «σουφραζέτες» του 20ού αιώνα χρωστούν οι γυναίκες του 21ου την ελευθερία να μιλούν δημόσια για το σώμα τους, για τις ερωτικές τους περιπέτειες, για την επιλογή τους να συζούν αντί να παντρεύονται. Της χρωστάμε επίσης το καλό παράδειγμα του διανοουμένου που επεμβαίνει με εύστοχα σχόλια στην πολιτική ζωή (ρόλος που στις ημέρες μας έχει εκλείψει...). Τέλος, μπορούμε να της αναγνωρίσουμε κάποιες καλές λογοτεχνικές σελίδες σε κείμενα με αυτοβιογραφικά στοιχεία και φιλοσοφική τοποθέτηση. Ισως δεν πρόκειται για πεζογραφικά αριστουργήματα. Ισως τα θεατρικά έργα της έχρηζαν βελτιώσεων. Η Ντε Μποβουάρ όμως πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προσωπικότητα, ως διανοούμενη που έδινε το παρών σε κάθε περίσταση (η στάση της, π.χ., στον γαλλοαλγερινό πόλεμο ήταν υποδειγματική). «Η καλεσμένη» (1943) υπήρξε το βιβλίο που την έκανε γνωστή στο αναγνωστικό κοινό, μαζί με τα αυτοβιογραφικά έργα «Οι αναμνήσεις μιας καθώς πρέπει κόρης» (1958), «La force de l' age» (1960) και «La force de choses» (1963). Δημοφιλέστερος τίτλος της όμως πρέπει να θεωρηθεί «Το δεύτερο φύλο» (1949), ένα δοκίμιο για τη θέση της γυναίκας στον μεταπολεμικό κόσμο.

Γεννημένη το 1908 στην πολύ κεντρική λεωφόρο Ρασπάιλ των Παρισίων, οφείλει το «ντε» του ονόματός της στον ευγενή πατέρα της. Ο κύριος Ντε Μποβουάρ υπήρξε δικηγόρος που θα προτιμούσε να αφήσει τα δικαστικά μέγαρα για να εργαστεί στο θέατρο. Η μητέρα της, από την άλλη, ήταν ένθερμη καθολική μεγαλοαστικής καταγωγής. Η μικρή Σιμόν χρειάστηκε να ενηλικιωθεί για να αναθεωρήσει τις θρησκευτικές απόψεις της και να αναδεχθεί τον αθεϊσμό. Από την αδελφή της, Πουπέτ, κατά δύο χρόνια μικρότερη, διδάχθηκε τη συντροφικότητα. Παρέμειναν φίλες για μια ζωή. Ως «καθώς πρέπει κόρη», η Σιμόν ντε Μποβουάρ υπήρξε υποδειγματική φοιτήτρια της Σορβόννης. Οι σπουδές Φιλοσοφίας μπορούν να νοηθούν φυσική απόληξη της αστικής κουλτούρας της εποχής. Στα πανεπιστημιακά έδρανα έμελλε να γνωρίσει και τον άνδρα που θα γινόταν ο σύντροφος της ζωής της. Με το πέρας των σπουδών της αποφάσισε, για την οικονομική της αυτονομία, να γίνει καθηγήτρια στο σχολείο. Ετσι, η αίθουσα της διδασκαλίας παρέμεινε επί σειρά ετών ο φυσικός της χώρος. Οταν ταξίδεψε στο Βερολίνο για να συνεχίσει τις σπουδές της, συνδέθηκε με μια νεαρή γυναίκα, την Ολγα, με την οποία σύναψε σχέση και ο Ζαν-Πολ Σαρτρ. Η ιστορία τού τρίο καταγράφηκε επίσης σε βιβλίο: κάθε σταθμός της ζωής της έχει καταχωρηθεί στα ιδιότυπα λογοτεχνικά κείμενά της. Η πείρα ως πρώτη ύλη και φιλοσοφική προσέγγιση ως εργαλείο είναι οι κοινοί τόποι στο έργο της. Εντούτοις, δεν υπάρχει αυταρέσκεια στο αυτοβιογραφικό στοιχείο. (Αλλωστε οι σημαντικότερες σελίδες της σύγχρονης γαλλικής λογοτεχνίας είχαν αυτόν τον χαρακτήρα). Σε ηλικία 41 ετών η Ντε Μποβουάρ είχε μιλήσει αρκετά για τον εαυτό της, έχοντας συμπληρώσει τέσσερις αυτοβιογραφικούς τόμους, και προχώρησε στη συγγραφή του «Δεύτερου φύλου». Την ταραγμένη, «επαναστατική» δεκαετία του 1960 η Σιμόν ντε Μποβουάρ υπήρξε πρωθιέρεια της ανατροπής· είχε δε εγκαταστήσει το ιερό της στο περίφημο καφέ Les Deux Magots, τόπο ζυμώσεων, αγορεύσεων, αντιθέσεων. Εμεινε στο πλευρό του Ζαν-Πολ Σαρτρ ως το τέλος της ζωής του, το 1980. Τον ακολούθησε έξι χρόνια αργότερα. Ενα ζευγάρι-θρύλος. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε είναι άδικο αλλά ταυτόχρονα αυτονόητο να θυμόμαστε την Ντε Μποβουάρ ως σύντροφό του. Η μνήμη και εκείνου άλλωστε είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δική της.


Το ΒΗΜΑ, 28/04/2002 , Σελ.: Y08

Profile

fractals ΕΦΗ ΚΕΣΙΔΟΥ

Το προφίλ μου

Δεν υπάρχει μοναξιά , εσύ είσαι μόνος .Δώσε γροθιά στην αλήθεια σου έως ότου σπάσει ,έπειτα πλάσε παζλ με τα κομμάτια της , και ότι απομείνει ακολούθα το πιστά.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Μάιος 2012
ΚΔΤΤΠΠΣ
  12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

MUSIC CLIP ΚΑΙ ΑΛΛΑ

Powered by pathfinder blogs